Χριστουγεννιάτικα έθιμα

(Διονυσίου Ν. Μπώκου: «ΜΥΡΣΙΝΗ – Η ιστορία και ο κόσμος της»

ΜΕΡΟΣ Ι΄ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΚΕΦ.12 – Χριστουγεννιάτικα έθιμα  Σελ.164-171)

 

             Άλλη μια σειρά εθίμων και συνηθειών συντρόφευαν και κάποιες συντροφεύουν ακόμη και τις γιορτές των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Έθιμα μέσα από την Χριστιανική και λαϊκή Παράδοση.

            Η περίοδος και αυτών των εορτών είναι μακρά. 40ήμερο! Όμως, ακόμη πιο μακρά την έκανε, η μεγάλη χειμωνιάτικη νύχτα!. Αλλά και οι ημέρες, οι βροχερές με το τσουχτερό κρύο, το ίδιο. Και καλά όσο ήσαντε οι ελιές, με την ¨χαμάδα¨ και το κανονικό μάζεμα. Περνούσε ο καιρός. Εκεί, όμως κοντά τα Χριστούγεννα, πως θα περνούσαν όλες εκείνες οι ώρες και οι ημέρες; Για φως, ήταν η λάμπα πετρελαίου και το λαμπάκι για ατομικό φως δωματίου. Κι ακόμη πιο παλιά ήταν ο ¨τσιμπλής¨ δηλαδή το λαδοφάναρο. Διασκέδαση: Μηδέν!. Ούτε Καραγκιόζης!. Η μόνη διασκέδαση ήταν καμιά επίσκεψη σε φιλική ή συγγενικό σπίτι ή κανένα τραπέζι σε γιορτή. Τα παιδιά; Τεμπελιό! Πολλές φορές οι διακοπές τους, περνούσαν τον μισό μήνα!. Οι μεγάλοι από δουλειά τίποτα! Πουθενά! Απραξία. Περίμεναν την άνοιξη. Εκτός από τους βοσκούς. Όλοι οι άλλοι, σχεδόν όλοι, ήταν άνεργοι. Γι’αυτό και το ¨δεφτέρι¨, στον μπακάλη, ¨έδινε κι έπαιρνε¨! στα χρέη!.

            Εκείνο λοιπόν το ¨βαρύ¨ 20ήμερο σχεδόν παιζόταν σε δύο ταμπλώ. Στο σπίτι και στην αγορά, στα καφενεία, για τους άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια της οικογένειας. Οι γυναίκες και τα παιδιά περιορίζονταν αποκλειστικά στο σπίτι. Το βραδάκι και μέχρι να γυρίσουν οι άντρες από την αγορά, τον λόγο στο σπίτι τον είχε η γιαγιά. Γύρω από το μαγκάλι ή την ¨φουφού¨ με το μισό λεμόνι πάνω στα αναμμένα κάρβουνα (για να σπάει το διοξείδιο του άνθρακα), μάζευε τα εγγονάκια της για ενώ το σφοντήλι στη ρόκα της μάζευε το νήμα, το όμορφο παραμύθι της μάζευε σαν άλλο νήμα την προσοχή τους.

            Ο ιστορίες από την παράδοσή μας μάγευαν την μικρή ψυχή τους. ¨Η Αγιά Σοφιά και ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς¨, ¨Τα τρία αδέλφια και οι τρεις σαίτες¨, ή¨Ο κουτός άτυχος φτωχός, η χήνα με τα φλουριά και το γεφύρι¨. ¨Οι Καλικάτζαροι¨  και άλλα. Παράδοση και παραμύθι, το μαγκάλι της ψυχής των εγγονιών…

            Οι άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια, όπως είπαμε περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στην αγορά, με καμιά, που και που συζήτηση, κανένα παιχνίδι τράπουλας ή παίζοντας στριφτό ή ¨βλάχα¨ (βλέπε πιο κάτω) ή παρακολουθώντας τα, απλά, σαν θεατής ή ακροατής.

            Έτσι όμως και πλησίαζε η παραμονή των Χριστουγέννων, τα πράγματα έμπαιναν σε άλλο ρυθμό. Πιο γρήγορο. Φανερά πιο χαρούμενο και εορταστικό. Η νοικοκυρά είχε δουλειές χωρίς στασιό! Να φτιάξει τους κουραμπιέδες. Να ζυμώσει και να φουρνίσει, περισσότερα καρβέλια για να περάσουν οι ημέρες μέχρι τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς. Με ξεχωριστή φροντίδα να ζυμώσει το ¨σταυρωτό¨ με γαρνιτούρα ολόκληρα μύγδαλα και καρύδια. Το ξεχωριστό, το μυρωδάτο ψωμί. Το Χριστόψωμο!...(Από αυτό ο νοικοκύρης θα έκοβε από λίγο για όλα τα μέλη της οικογένειας για να φτάσει και για τις τρεις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Ας ήταν ξερό, έτσι πρόσταζε το έθιμο).

            Μετά, θα ετοίμαζε την γαλοπούλα ή την παλιά κότα, για να γίνει νόστιμη η σούπα. Κι ακόμη, θα ετοίμαζε τα παιδιά να είναι φρέσκα και με καθαρά ρούχα, βγαίνοντας να πουν τα κάλαντα, αλλά και για την εκκλησία. Την δε παραμονή να τα νηστέψει. Να προσέξει να μην αρτηθούν. Τέτοια μέρα! Να μάθουν ότι η παραμονή Χριστουγέννων είναι ημέρα ξεχωριστή…

            Και τα παιδιά την παραμονή, πρωί – πρωί αχάραγο, στο πόδι! Έφερναν βόλτα τη γειτονιά και την αγορά. Δεκάρα τη δεκάρα ή εικοσάρα, έβγαινε το χαρτζιλίκι! Λέγοντας τα κάλαντα.

            ¨Να τα πούμε;. ¨Ελάτε παιδιά μου¨. Και τα οδηγούσε εκεί που ήταν το εικονοστάσι. Και τα παιδιά στρέφονταν προς αυτό, προς την ανατολή και άρχιζαν, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος, με τη μουσική της φωνής τους μόνο, χωρίς τρίγωνα…

                        ¨Καλήν  ημέραν άρχοντες

                        αν είναι ορισμός σας

                        Χριστού τη Θεία γέννηση

                        να πω στ’ αρχοντικό σας.

                        Χριστός γεννάται σήμερον

                        εν Βηθλεέμ τη πόλει

                        οι ουρανοί αγάλλονται

                        χαίρει η φύση όλη.

                        Εν τω σπηλαίω τίκτεται

                        εν φάτνη των αλόγων

                        ο Ποιητής των ουρανών

                        και Ποιητής των όλων.

                        Απ’ την Περσία έρχονται

                        τρεις Μάγοι με τα δώρα

                        άστρο λαμπρό τους οδηγεί

                        χωρίς να λείψει ώρα…

                        Σ’ αυτό το σπίτι πούρθαμε

                        πέτρα να μη ραίσει

                        κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

                        Χρόνια πολλά να ζήσει!¨.

 

            ¨Χρόνια πολλά!...¨ ¨Και του χρόνου¨ και έπαιρναν το φιλοδώρημα.

            Την παραμονή θα έσφαζαν και οι χασάπηδες, πρωί – πρωί, τα αρνιά. Δεν υπήρχαν ψυγεία. Ότι πουλούσαν μέχρι το βράδυ. Και πουλούσαν γιατί κάποιοι έριχναν και στο φούρνο, για νάχουν και ψητό ή άλλοι για να έχουν κρέας και την επομένη των Χριστουγέννων, της Παναγίας. Μεγάλη γιορτή, επίσης.

            Την παραμονή το βράδυ τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι έπεφταν νωρίς για ύπνο. Η καμπάνα το πρωί θα χτυπούσε στις 5. Να μην κουτουλάνε!.

            Έτσι γινόταν παλιά. Η Χριστουγεννιάτικη λειτουργία γινόταν πολύ πρωί. Αργότερα η Εκκλησία άλλαξε την ώρα. Οι συνθήκες εργασίας του κόσμου (βάρδιες κλπ) ίσως να ήταν η βασική αιτία.

            Πρωί λοιπόν. Σκοτάδι. Μια μικρή αναπαράσταση της πορείας των μάγων…

            Μετά την εκκλησία, οι ευχές. ¨Χρόνια Πολλά¨, ¨Και του χρόνου νάμαστε καλά¨. Και όπως είπαμε τα μεγαλύτερα παιδιά και οι άντρες, όλοι στην αγορά!. Για παιχνίδι!. Που τώρα ήταν πιο επιθυμητό και δικαιολογημένο!. Το παιχνίδι γινόταν έξω στα προσηλιακά, εάν δεν έβρεχε. Μέσα στα καφενεία αν έβρεχε.

            Έξω έπαιζαν οι μεγάλοι το στριφτό. ¨Ότι βάζετε, παίρνετε¨! ¨Φύγανε¨! Και η ¨μάννα¨ έστριβε στον αέρα τα δύο μεγάλα κέρματα. Αν έφερνε ¨κόττες¨ δηλαδή γράμματα έχανε και πλήρωνε όλους τους άλλους. Αν έφερνε ¨σταυρούς¨, δηλαδή κεφαλές, τα κέρδιζε όλα. Ένας από αυτούς που έπαιζαν την ¨μάννα¨ και σήκωνε η ¨πάγκα¨ του όσα και αν έβαζαν οι άλλοι παίχτες, ήταν ο Ανδρέας ο ¨Πλάκος¨ (Ανδρέας Παπαχριστοδουλόπουλος). Ποτέ δεν έφευγε χαμένος αλλά πάντα κερδισμένος. Τα κέρματα που έστριβε ήταν δικά του. Λέγεται μάλιστα ότι το ένα από αυτά ήταν ¨δίσταυρο¨ οπότε ποτέ δεν έπεφταν δύο ¨κόττες¨ για να χάσει!...

            Άλλοι, κατά κατηγορία έπαιζαν ¨βλάχα¨. ¨Βλάχα¨ του τάλληρου, ή πρώτη κατηγορία, του δίδραχμου, της δραχμής και του πενηντάλεπτου οι φτωχότεροι και οι μικρότεροι. Και πιο δίπλα οι πιτσιρικάδες με τις ¨χαλκούνες¨ (¨Χαλκούνες¨ έλεγαν τα κέρματα που είχαν καταργηθεί και ήταν κυρίως εκείνα τα χάλκινα με τους πρώτους βασιλιάδες. Εκείνα όπου στην δεκαετία του ’60 τα μάζεψαν οι γύφτοι. Σήμερα αγοράζονται ακριβά από συλλέκτες).

            Η ¨Βλάχα¨ παιζόταν ως εξής: Μ’ ένα αιχμηρό αντικείμενο χάραζαν στη γη ίσα τετράγωνα, που δεν πατούσε κανείς. Στέκονταν ¨απ’έξω¨ και έριχναν στον αέρα το κέρμα που έπαιζαν και ¨σημάδευαν¨ να πέσει στο κέντρο κάποιου τετραγώνου. Άλλα έβγαιναν έξω. Άλλα έπιαναν γραμμή, ¨τζίτζι¨. Αυτά έχαναν. Μετά μετρούσαν ποιο ήταν πιο μακριά από τις γραμμές προς το κέντρο του τετραγώνου και έπαιρναν έτσι σειρά για στρίψιμο. Ο παίχτης που το κέρμα του ήταν σε μεγαλύτερη απόσταση από τις γραμμές προς το κέντρο, έπαιρνε όλα τα κέρματα και τα έστριβε. Όσα έπεφταν στη γη ¨σταυροί¨ ήταν δικά του. Τα υπόλοιπα τα έστριβε ο δεύτερος και ότι απέμενε ο τρίτος κλπ.

            Στο καφενείο τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Παίζονταν περισσότερα χρήματα, σε πολλά παιχνίδια. Στον μπακαρά. Στο ραμί. Στην πρέφα. Στο σόλιο. Και ακόμη πιο πολλά στο ¨ιδιαίτερο¨, στην πόκα!. Στους μεγάλους ποκαδόρους συγκαταλέγονταν αρκετοί Μυρσιναίοι. Μεταξύ αυτών, και εδώ, ένας δεν έχανε. Και αυτός ήταν και πάλι ο ¨Πλάκος¨!. Έπαιζε και τη νύχτα φορώντας και τότε ακόμη την τραγιάσκα του, που την έγερνε  μέχρι να του μισοκαλύπτει τα μάτια. Να μπορεί να ¨κόβει¨ το βλέμμα των συμπαικτών του, αυτοί όμως όχι. Ένα ακόμη δε ¨προσόν¨, που τον βοηθούσε στο παιχνίδι αυτό, ήταν το φυσικό χρώμα του προσώπου του. Κόκκινο!. Που έδειχνε έτσι και στην ¨μπλόφα¨ και στο ¨νορμάλ¨ την ίδια εικόνα, την αταραξία!... Μετά από τις γιορτές όμως, δεν ξανάπαιζε. Μεγάλο προσόν!.

            Έτσι λοιπόν περνούσαν οι μέρες. Σε κανένα ¨άνοιγμα¨ του καιρού οι άντρες πήγαιναν για κανένα κυνήγι ή κανένα ¨ξεμπότισμα¨, δηλαδή άνοιγμα αυλακιού για να φύγουν τα στάσιμα νερά από το κτήμα ή κάποια σπαρτά, ουσιαστικά όμως οι ημέρες περνούσαν στον ίδιο ρυθμό περιμένοντας να ¨φανεί¨ η παραμονή της πρωτοχρονιάς. Να φύγει ο παλιός χρόνος. Να ξημερώσει ο νέος, με νέα όνειρα και ελπίδες.

            Άλλαζε ο κόσμος. Και η αλλαγή φαινόταν στη ματιά, στις ευχές, στο χαμόγελο του καθενός. Ανέβαινε ψυχολογικά. Πρόσμενε να ξημερώσει κάτι το καλλίτερο. Να του φέρει ο καινούργιος χρόνος τύχη, ¨γούρι¨. Και το πρώτο ήταν η υγεία!. Γι’ αυτό πρωί – πρωί την πρωτοχρονιά σηκώνονταν και αγνάντευαν τα χιονισμένα βουνά. Τα πανώρια ολόλευκα και αστραφτερά βουνά. Να είναι έτσι η χρονιά καθαρή και γερή, γεμάτη υγεία. Και μετά, ανάμεναν ποιος θα τους έκανε ¨ποδαρικό¨! Την πρώτη επίσκεψη. Αυτό μετρούσε στο υλικό μέρος. Αν θα πήγαινε η χρονιά καλά στα οικονομικά. Θα ήταν ¨γρουσούζης¨; ¨τσιφούτης¨; Ή θα ήταν καλόκαρδος και προπαντός ¨βαστούμενος¨ και πετυχημένος ο ίδιος; Το καλλίτερο ποδαρικό λέγαν παλιά ήταν αυτό που γινόταν από νέον άνθρωπο και πάντως υγιή και χαρούμενο.

            Την παραμονή λοιπόν και νέες ετοιμασίες. Τούτη τη φορά για την υποδοχή του νέου έτους, στις 12, τα μεσάνυχτα. Σαν σε τρανό, επίσημο επισκέπτη, που ταιριάζει να υπάρχει το καλό φαγητό και το καλό κρασί και το γλυκό…

            Τα παιδιά και πάλι έβγαιναν πρωί – πρωί για τα κάλαντα και για το …χαρτζιλίκι.

                        ¨Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

                        ψηλή μου δεντρολιβανιά

                        κι αρχή καλός μας χρόνος

                        εκκλησιά μετ’ άγιο θρόνο.

                        Αρκεί που ήρθε ο Χριστός

                        Άγιος και Πνευματικός

                        στη γη να περπατήσει

                        και να μας καλοκαρδίσει.

                        Άγιος Βασίλης έρχεται

                        και δεν μας καταδέχεται

                        από την Καισαρία

                        σύ’ σ’ αρχόντισσα κυρία.

                        Κρατάει πέννα και χαρτί

                        χαρτί και καλαμάρι    

                        δες και με το παλληκάρι…    

                        (και η επωδός)

                        Σ’ αυτό το σπίτι πούρθαμε

                        πέτρα να μη ραίσει

                        κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

                        χρόνια πολλά να ζήσει¨.

            Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και του Αη – Βασίλη στη Μυρσίνη, κατέληγαν με τους εξής στίχους.

                        ¨Βασίλη πούθε έρχεσαι

                        και πούθε κατεβαίνεις.

                        Από την μάννα μ’έρχομαι

                        και στο σχολειό πηγαίνω.

                        Κάτσε να φας να πιεις

                        κάτσε να τραγουδήσεις.

                        Κι εσύ που ξέρεις γράμματα

                        πες μας την αλφαβήτα

                        κι έλα κόψε μας την πίττα¨.

 

            Στίχοι γεμάτοι συμβολισμούς.

            Οι νοικοκυρές και πάλι ανασκουμπώνονταν στις δουλειές. Σπίτι, παιδιά, ζύμωμα. Να φτιάξουν με ¨πετιμέζι¨ το μελαχρινό, να αναπιάσουν προζύμι για τις τηγανίτες και την κουλούρα με το φλουρί, (Οι πίττες οι ζαχαρωτές ήρθαν αργότερα), μαγείρεμα και άλλα. Και όλα να είναι έτοιμα, πάνω στο τραπέζι, πριν τις 12.

            Ο κάθε νοικοκύρης μαζευόταν νωρίς. Πολλές φορές έπαιζε με τα παιδιά του και τη γυναίκα του για το ¨καλό¨ του χρόνου, ¨πάρτα όλα¨ (σβουράκι) ή με τράπουλα το ¨31¨, μέχρι να στρωθεί το τραπέζι. Η βραδιά απαιτεί όλη η οικογένεια να είναι μαζί. Ενωμένη. Όταν έμπαιναν, ο νοικοκύρης και τα μεγάλα παιδιά στο σπίτι επιστρέφοντας από την αγορά, η νοικοκυρά και μάννα ρωτούσε. ¨Χαμένοι ή κερδισμένοι;¨. Στην απάντηση. ¨Χαμένοι¨, έλεγε ¨Ε, δεν πειράζει. Και του χρόνου να είσαστε καλά να ξαναχάσετε!¨. Στο ¨κερδισμένοι¨, έλεγε. ¨Μπράβο!. Να κερδίζετε στη ζωή σας (όχι στα χαρτιά)πάντα!¨. Και έστρωνε τραπέζι…Η αλλαγή του χρόνου τους έβρισκε σχεδόν στο τελείωμα του φαγητού. Χωρίς ραδιόφωνο, ή και ρολόι πολλές φορές, την αλλαγή σήμαιναν οι καμπάνες του χωριού. Και τότε οι αγκαλιές και τα φιλιά και οι ευχές οι εγκάρδιες για χαρές (παντριές) για υγεία, όλα να έρθουν κατ’ ευχήν το νέο χρόνο. Κι αμέσως μετά, το σερβίρισμα του γλυκού, που δεν ήταν άλλο από τις μελωμένες τηγανίτες (λουκουμάδες) πασπαλισμένες με κανέλλα και ψύχα καρυδιού. Να’ ναι γλυκιά η πρώτη μπουκιά στο νέο έτος.

            Χαρά, ομορφιά, αγάπη. Όλα σε τάξη. Με σειρά. Το καθένα στην ώρα του, με την νοστιμιά του. Να το περιμένεις, να το επιθυμείς, να μη το βαριέσαι ή να το μπουχτίζεις και να το απωθείς. Ψυχή και σώμα σε αρμονία με την ευχαρίστηση μοιρασμένη.

            Το πρωί ήταν όλοι στο πόδι. Δεν ¨πολυκόλλαγε¨  ο ύπνος. Έπρεπε να πουν καλημέρα και χρόνια πολλά και ιδιαίτερα στον πατέρα. Και υπήρχε λόγος. Ο μπουναμάς!. Και κείνος έχοντας κανονιστεί άρχιζε από τον μεγαλύτερο με περισσότερα χρήματα και κατέληγε στον μικρότερο με λιγότερα. Όλοι πάντως έπρεπε την ώρα της ¨δοσοληψίας¨ να του φιλήσουν το χέρι. Ακόμη και η γυναίκα του!. Έτσι πρόσταζε το έθιμο.

            Το μεσημεριανό, πρωτοχρονιάτικο τραπέζι συνηθιζόταν να είναι κόκκορας μακαρονάδα. Κάποιοι είχαν χήνα μακαρονάδα ή παπιά, που κάποτε – κάποτε ήταν και άγρια!. Και συνέβαινε, γιατί αρκετοί αντί να μείνουν για παιχνίδι, πήγαιναν για κυνήγι.

            Τα τραπέζια αυτά ήταν στενά οικογενειακά. Δεν υπήρχαν προσκλήσεις για κάποια συγκέντρωση, εκτός από εκείνον που θα γιόρταζε. Κι αυτός, το τραπέζι θα το έκανε το βράδυ. Το μεσημέρι θα έκανε ο καθένας σταυρό στο σπίτι του. Όχι σε ξένο σπίτι!. Ειδικά την πρωτοχρονιά που είχε να κόψει και την κουλούρα. Που περίμεναν όλοι οι δικοί του, να δουν, που θα πέσει το φλουρί, ποιος θα ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Η κουλούρα στη Μυρσίνη παλιά γινόταν με διαλεχτό αλεύρι, αλλά ουσιαστικά, ήταν ψωμί. Για ¨κέντημα¨ είχε μύγδαλα και καρύδια ¨φυτευτά¨ και κάπου μια δραχμή!.

            Ο νοικοκύρης ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων της οικογένειας και τα ¨ονόματα¨ που επέβαλε η παράδοση να έχουν μερίδιο, χάραζε την κουλούρα πριν να κόψει, για να φτάσει για όλους. Αφού χάραζε και την μοίραζε εξίσου τότε άρχιζε να κόβει ευχόμενος χρόνια πολλά. ¨Του Χριστού¨, ¨του σπιτιού¨, ¨του νοικοκύρη¨, ¨της κυράς¨, ¨του παππού¨ ¨της γιαγιάς¨ και ακολουθούσαν τα παιδιά κατά ηλικία, είτε ήταν παρόντα είτε απόντα (στρατιώτης κλπ). Μετά το τελευταίο μέλος της οικογένειας συνέχιζε ένα κομμάτι ακόμη, εκείνο του ¨ζητιάνου¨!.

            Παλιά ο ζητιάνος (όχι ο γύφτος) ήταν ιερό πρόσωπο. (Κατάλοιπο από την αρχαιότητα;). Περνώντας από κάποιο σπίτι έπρεπε να φάει και αν μεσολαβούσε νύχτα να τον βάλλουν σε μια άκρη να κοιμηθεί. Ποτέ δεν απέπαιρναν ζητιάνο. Και η μεγαλύτερη απόδειξη για όλα αυτά, η ¨συμμετοχή¨ του όπως είδαμε και στην Πρωτοχρονιάτικη κουλούρα!.

            Μετά την πρωτοχρονιά τα πράγματα έπεφταν σε άλλο ρυθμό. Ακόμη και η πλήξη έκανε την εμφάνισή της. Οι δουλειές πολύ περιορισμένες ακόμη. Κανένας κάθερος μόνο αμπελιού ή σταφίδας, αν επέτρεπε ο καιρός. Και ήταν σκληρή δουλειά. Γινόταν με το κλαδευτήρι. Δεν υπήρχαν ψαλίδες!. Ή να ρίξουν λίγο λίπασμα στα σπαρτά. Όταν έφταναν τα Θεοφάνεια, φούντωνε και η ¨ανησυχία¨. Να ανοίξει ο καιρός, να περάσει, να βγουν στα κτήματα. Να κινηθούν. Κάτι να κάνουν. Βέβαια τα Θεοφάνεια, μεγάλη γιορτή κι αυτά, δεν περνούσαν χωρίς κάποιες ξεχωριστές ετοιμασιές. Κατ’ αρχήν έπρεπε το σπίτι να φρεσκαριστεί, ν’ αλλάξει αέρα. Την παραμονή, την Πρωτάγιαση, να αγιαστούν σπίτι και άνθρωποι. Να φύγουν και τα ¨καλλικατζάρια¨!. Που γι’ αυτά για να μη μπουν στο …σπίτι, η γιαγιά μπαίνοντας το 40ήμερο, είχε βάλει ένα κλωναράκι απήγανο στην πόρτα και σε κάθε παράθυρο!. Τώρα βέβαια πουρχόταν η ¨αγιαστούρα¨ δεν χρειαζόταν. Το έβγαζε.

            Τα παιδιά θα έβγαιναν να πουν τα κάλαντα και των Φώτων. Η συμμετοχή όμως αυτήν την παραμονή ήταν μικρή! Δεν είχε ¨ψωμί¨! Ο κόσμος είχε ¨βαρεθεί¨. Δεν θεωρούσε και απαραίτητο να ακούσει κι άλλα κάλαντα. Πάντως κάποια παιδιά το ¨διακινδύνευαν¨ και κάτι έβγαινε!

                        ¨Σήμερα τα Φώτα και οι Φωτεινές

                        τι χαρά μεγάλη των αφεντών.

                        Ήρθε κι η κυρά μας η Παναγιά

                        σπάργανα κρατάει και κερί κρατεί

                        και τον Αη – Γιάννη παρακαλεί…¨.

 

            Θεοφάνεια. Αγιασμός των υδάτων. Όλοι μ’ένα μπουκάλι ή ποτήρι να πάρουν αγιασμό. Όπως και σήμερα. Για να πιούν κι από λίγο. Να εξαγνιστούν. Και μετά την επιστροφή από την εκκλησία να αγιάσει ο νοικοκύρης, τα δέντρα, τα σπαρτά, το κτήμα. Να ‘ναι φυλαγμένα από ασθένειες, να φρουτίσουν, να κάνουν γέννημα πολύ.

            Δύο κλαράκια ελιάς ήταν η φούντα που ράντιζε και άγιαζε λέγοντας το ¨Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…¨. Τα κλαράκια στο τέλος δεν τα πετούσε. Τα έκαιγε στη φωτιά. Για να μη τα ¨μολύνει¨ τίποτα και είχαν αγιασμό!.


* Το παρόν κείμενο είναι απόσπασμα από το συγγραφικό έργο του Μυρσιναίου Διονυσίου Ν. Μπώκου με τίτλο «ΜΥΡΣΙΝΗ – Η ιστορία και ο κόσμος της» (1996). Η μεταφορά του κειμένου από το υπόψη βιβλίο στην παρούσα ιστοσελίδα είναι αυτούσια, πλην όμως στερείται δυστυχώς της σχετικής εικονογράφησης που μπορεί κανείς να απολαύσει στην έντυπη μορφή.


** Ο Διονύσιος Ν. Μπώκος γεννήθηκε στη Μυρσίνη το 1942 και επαγγελματικά σταδιοδρόμησε στην Πολεμική Αεροπορία από το 1961, μέχρι και την αποστρατεία του ως Ανώτερος Αξιωματικός. Είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών και παππούς ενός εγγονού. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει μέχρι σήμερα δεκαεπτά (17) βιβλία ποικίλου περιεχομένου (λογοτεχνικά, ιστορικά, λαογραφικά κ.α). Έχει αρθρογραφήσει επί σειρά ετών σε αριθμό τοπικών εφημερίδων, ενώ από το 1990 μέχρι και το 2010 κυκλοφόρησε τη δική του τοπική εφημερίδα, τη «ΜΥΡΣΙΝΗ». Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Λογοτεχνών ΝΔ. Ελλάδος.


*** Οι Εθελοντές του χωριού μας, ευχαριστούν θερμά τον κ. Μπώκο, τόσο για την έμπρακτη στήριξη της προσπάθειας για ξαναζωντάνεμα του χωριού μας, όσο και για την μοναδικής αξίας διαχρονική προσφορά του στον τόπο μας, μέσα από το συγγραφικό του έργο.

Η Επίσημη σελίδα της Μυρσίνης στο Facebook.